Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ideológico
01
ιδεολογικός
relacionado con un sistema de ideas o creencias, especialmente políticas o sociales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ideológico
αρσενικό πληθυντικό
ideológicos
θηλυκό ενικό
ideológica
θηλυκό πληθυντικό
ideológicas
Παραδείγματα
Su análisis del conflicto es muy ideológico.
Η ανάλυσή του για τη σύγκρουση είναι πολύ ιδεολογική.



























