Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idealizar
01
εξιδανικεύω
representar a alguien o algo como si fuera perfecto, prescindiendo de la realidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
idealizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
idealiza
ενεστώτα μετοχή
idealizando
απλός αόριστος
idealizó
παθητική μετοχή
idealizado
Παραδείγματα
Idealizamos la vida en el campo.
Εξιδανικεύουμε τη ζωή στην ύπαιθρο.



























