Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hilado
01
νήμα, κλωστή
un material hecho de fibras torcidas, usado para tejer o coser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hilados
Παραδείγματα
El hilado de colores brillantes iluminó toda la habitación.
Το νήμα με τα λαμπερά χρώματα φώτισε όλο το δωμάτιο.
02
νήσιμο, ύφανση
el proceso de convertir fibras en hilo
Παραδείγματα
El hilado es el primer paso en la fabricación de textiles.
Η κλώση είναι το πρώτο βήμα στην κατασκευή υφασμάτων.



























