Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hilo
01
νήμα
una hebra larga y delgada de algodón, lana u otra fibra, usada para coser o tejer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hilos
Παραδείγματα
La costurera usó hilo negro para coser el botón.
Η μοδίστρα χρησιμοποίησε μαύρη κλωστή για να ράψει το κουμπί.
02
conjunto de mensajes o publicaciones conectadas en una conversación dentro de una red social o foro
Παραδείγματα
El hilo se volvió viral en pocas horas.



























