Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herido
01
que ha sufrido una lesión física o emocional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más herido
συγκριτικός βαθμός
más herido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
herido
αρσενικό πληθυντικό
heridos
θηλυκό ενικό
herida
θηλυκό πληθυντικό
heridas
Παραδείγματα
El animal herido fue llevado al veterinario.



























