herido
herido
hervido

Ορισμός και σημασία του "herido"στα ισπανικά

01

que ha sufrido una lesión física o emocional 

herido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más herido
συγκριτικός βαθμός
más herido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
herido
αρσενικό πληθυντικό
heridos
θηλυκό ενικό
herida
θηλυκό πληθυντικό
heridas
Παραδείγματα
El jugador salió del partido porque estaba herido. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store