Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gradiente
[gender: feminine]
01
κλίση, επίκλιση
la inclinación o pendiente de una carretera
Παραδείγματα
La gradiente suave hace que esta ruta sea ideal para ciclistas novatos.
Η ήπια κλίση καθιστά αυτή τη διαδρομή ιδανική για αρχάριους ποδηλάτες.



























