gesticular

Ορισμός και σημασία του "gesticular"στα ισπανικά

gesticular
01

χειρονομώ

mover las manos, brazos o el cuerpo de manera expresiva para comunicar o enfatizar algo
gesticular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gesticulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
gesticula
ενεστώτα μετοχή
gesticulando
απλός αόριστος
gesticuló
παθητική μετοχή
gesticulado
Παραδείγματα
Los niños gesticulaban para comunicarse sin hablar.
Τα παιδιά χειρονομούσαν για να επικοινωνούν χωρίς να μιλούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store