Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesticular
01
χειρονομώ
mover las manos, brazos o el cuerpo de manera expresiva para comunicar o enfatizar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gesticulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
gesticula
ενεστώτα μετοχή
gesticulando
απλός αόριστος
gesticuló
παθητική μετοχή
gesticulado
Παραδείγματα
El profesor gesticulaba para explicar mejor la lección.
Ο δάσκαλος χειρονομούσε για να εξηγήσει καλύτερα το μάθημα.



























