Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gestión
[gender: feminine]
01
διαχείριση, διοίκηση
acción de organizar y administrar recursos o actividades
Παραδείγματα
La buena gestión financiera evita problemas económicos.
Η καλή διαχείριση των οικονομικών αποτρέπει οικονομικά προβλήματα.



























