Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gaita
01
γκάιντα
un instrumento musical de viento tradicional, típico de algunas regiones como Galicia, Escocia o Asturias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gaitas
Παραδείγματα
El sonido de la gaita llena la plaza del pueblo.
Ο ήχος της γκάιντας γεμίζει την πλατεία του χωριού.
LanGeek



























