Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fétido
01
δυσώδης, βρωμερός
que tiene un olor muy desagradable, repugnante o nauseabundo
Παραδείγματα
El pescado abandonado en la playa estaba fétido.
Το ψάρι που εγκαταλείφθηκε στην παραλία ήτανδυσώδες.



























