Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fétido
01
δυσώδης, βρωμερός
que tiene un olor muy desagradable, repugnante o nauseabundo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fétido
συγκριτικός βαθμός
más fétido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fétido
αρσενικό πληθυντικό
fétidos
θηλυκό ενικό
fétida
θηλυκό πληθυντικό
fétidas
Παραδείγματα
El pescado abandonado en la playa estaba fétido.
Το ψάρι που εγκαταλείφθηκε στην παραλία ήτανδυσώδες.



























