cil
ˈfa
fa
cil
θil
thil

Ορισμός και σημασία του "fácil"στα ισπανικά

01

εύκολος

que se hace o entiende sin dificultad 
fácil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fácil
συγκριτικός βαθμός
más fácil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fácil
αρσενικό πληθυντικό
fáciles
θηλυκό ενικό
fácil
θηλυκό πληθυντικό
fáciles
Παραδείγματα
El examen es fácil. 

Η εξέταση είναι εύκολη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store