Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La férula
01
νάρθηκας, ορθωτικό
un dispositivo médico rígido o flexible que se usa para inmovilizar, sostener o alinear una parte del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
férulas
Παραδείγματα
El médico le puso una férula en el brazo roto.
Ο γιατρός του έβαλε ένα νάρθηκα στο σπασμένο του χέρι.



























