Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fular
[gender: masculine]
01
κασκόλ, φουλάρι
una prenda larga y estrecha de tela que se lleva alrededor del cuello para abrigo o adorno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fulares
Παραδείγματα
Su fular favorito se lo regaló su mejor amiga.
Το αγαπημένο της κασκόλ της το χάρισε η καλύτερή της φίλη.



























