Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fugitivo
01
δραπέτης, φυγάς
que ha escapado y está huyendo de la custodia o la justicia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fugitivo
συγκριτικός βαθμός
más fugitivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fugitivo
αρσενικό πληθυντικό
fugitivos
θηλυκό ενικό
fugitiva
θηλυκό πληθυντικό
fugitivas
Παραδείγματα
El criminal fugitivo fue visto en otra ciudad.
Ο δραπέτης εγκληματίας εθεάθη σε άλλη πόλη.



























