Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frustrado
01
απογοητευμένος
que siente decepción o impotencia por no conseguir algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más frustrado
συγκριτικός βαθμός
más frustrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frustrado
αρσενικό πληθυντικό
frustrados
θηλυκό ενικό
frustrada
θηλυκό πληθυντικό
frustradas
Παραδείγματα
Los padres se sienten frustrados cuando los niños no escuchan.
Οι γονείς αισθάνονται απογοητευμένοι όταν τα παιδιά δεν ακούνε.
02
απογοητευμένος, ανεπιτυχής
que no ha tenido éxito en algo
Παραδείγματα
Muchos se sienten frustrados en sus primeras competencias deportivas.
Πολλοί αισθάνονται απογοητευμένοι στους πρώτους αγώνες τους.



























