Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frustrado
01
απογοητευμένος
que siente decepción o impotencia por no conseguir algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más frustrado
συγκριτικός βαθμός
más frustrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frustrado
αρσενικό πληθυντικό
frustrados
θηλυκό ενικό
frustrada
θηλυκό πληθυντικό
frustradas
Παραδείγματα
Me siento frustrado porque no pude terminar el proyecto.
Νιώθω απογοητευμένος γιατί δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω το έργο.
02
απογοητευμένος, ανεπιτυχής
que no ha tenido éxito en algo
Παραδείγματα
Me siento frustrado porque no conseguí el trabajo.
Νιώθω απογοητευμένος γιατί δεν πήρα τη δουλειά.



























