Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frontal
01
μπροστινός, εμπρόσθιος
que está en la parte delantera o que ocurre en la parte frente a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frontal
αρσενικό πληθυντικό
frontales
θηλυκό ενικό
frontal
θηλυκό πληθυντικό
frontales
Παραδείγματα
El choque frontal fue muy fuerte.
Η εμπρόσθια σύγκρουση ήταν πολύ δυνατή.
Λεξικό Δέντρο
frontal
front



























