Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fornido
01
στερεός, μυώδης
que tiene un cuerpo fuerte, musculoso y robusto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fornido
συγκριτικός βαθμός
más fornido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fornido
αρσενικό πληθυντικό
fornidos
θηλυκό ενικό
fornida
θηλυκό πληθυντικό
fornidas
Παραδείγματα
El guardaespaldas era un hombre fornido e imponente.



























