fisiológico
fisiológico

Ορισμός και σημασία του "fisiológico"στα ισπανικά

fisiológico
01

φυσιολογικός

relativo al funcionamiento normal de los seres vivos y sus procesos biológicos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fisiológico
αρσενικό πληθυντικό
fisiológicos
θηλυκό ενικό
fisiológica
θηλυκό πληθυντικό
fisiológicas
Παραδείγματα
El estudio analizó la respuesta fisiológica al ejercicio. 

Η μελέτη ανέλυσε τη φυσιολογική απόκριση στην άσκηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store