Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fianza
01
εγγύηση, καταβολή εγγύησης
cantidad de dinero o garantía que se entrega para asegurar el cumplimiento de una obligación o la libertad de alguien detenido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fianzas
Παραδείγματα
Pagó la fianza y salió de la cárcel.
Πλήρωσε την εγγύηση και βγήκε από τη φυλακή.



























