Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
favorecedor
01
επωφελής, κολακευτικός
que hace que una persona se vea más atractiva o estilizada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más favorecedor
συγκριτικός βαθμός
más favorecedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
favorecedor
αρσενικό πληθυντικό
favorecedores
θηλυκό ενικό
favorecedora
θηλυκό πληθυντικό
favorecedoras
Παραδείγματα
Ese vestido negro es muy favorecedor para tu silueta.
Αυτό το μαύρο φόρεμα είναι πολύ ευνοϊκό για τη σιλουέτα σας.



























