favorecedor

Ορισμός και σημασία του "favorecedor"στα ισπανικά

favorecedor
01

επωφελής, κολακευτικός

que hace que una persona se vea más atractiva o estilizada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más favorecedor
συγκριτικός βαθμός
más favorecedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
favorecedor
αρσενικό πληθυντικό
favorecedores
θηλυκό ενικό
favorecedora
θηλυκό πληθυντικό
favorecedoras
Παραδείγματα
La luz suave de la habitación era muy favorecedora.
Το απαλό φως στο δωμάτιο ήταν πολύ κολακευτικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store