Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
favorecer
01
ευνοώ
ayudar o beneficiar a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
favorezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
favorece
ενεστώτα μετοχή
favoreciendo
απλός αόριστος
favorecí
παθητική μετοχή
favorecido
Παραδείγματα
El turismo puede favorecer la economía local.
Ο τουρισμός μπορεί να ευνοήσει την τοπική οικονομία.



























