favorecer
Pronunciation
/fˌaβɔɾɛθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "favorecer"στα ισπανικά

favorecer
01

ευνοώ

ayudar o beneficiar a alguien o algo
favorecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
favorezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
favorece
ενεστώτα μετοχή
favoreciendo
απλός αόριστος
favorecí
παθητική μετοχή
favorecido
Παραδείγματα
El turismo puede favorecer la economía local.
Ο τουρισμός μπορεί να ευνοήσει την τοπική οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store