la fatiga
fa
fa
fa
ti
ˈti
ti
ga
ɣa
gha
¿Diga?vejigahormigabarriga

Ορισμός και σημασία του "fatiga"στα ισπανικά

01

κούραση, εξάντληση

estado de cansancio físico o mental 
la fatiga definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Después de trabajar todo el día, sentía una gran fatiga. 

Μετά τη δουλειά όλη μέρα, ένιωθε μια μεγάλη κούραση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store