extinguir

Ορισμός και σημασία του "extinguir"στα ισπανικά

extinguir
01

σβήνω, σβήνω τη φωτιά

apagar fuego o una llama
extinguir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
extingo
γ΄ ενικό πρόσωπο
extingue
ενεστώτα μετοχή
extinguiendo
απλός αόριστος
extinguió
παθητική μετοχή
extinguido
Παραδείγματα
Extinguir la fogata fue necesario antes de dormir.
Σβήνω τη φωτιά της κατασκήνωσης ήταν απαραίτητο πριν από τον ύπνο.
02

εξαφανίζομαι

dejar de existir, desaparecer completamente
Παραδείγματα
El dodo se extinguió debido a la caza y la pérdida de hábitat.
Ο δοδό εξαφανίστηκε λόγω του κυνηγιού και της απώλειας του βιότοπου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store