Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explotar
01
εκμεταλλεύομαι
usar algo para obtener un beneficio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exploto
γ΄ ενικό πρόσωπο
explota
ενεστώτα μετοχή
explotando
απλός αόριστος
explotó
παθητική μετοχή
explotado
Παραδείγματα
El gobierno debe explotar el potencial turístico del país.
Η κυβέρνηση πρέπει να εκμεταλλευτεί τον τουριστικό δυναμικό της χώρας.
02
εκμεταλλεύομαι
usar a una persona o situación de manera injusta para el propio beneficio
Παραδείγματα
Un buen líder no explota a su equipo, lo empodera.
Ένας καλός ηγέτης δεν εκμεταλλεύεται την ομάδα του, την ενδυναμώνει.
03
εκρήγνυμαι, χάνω την ψυχραιμία μου
perder el control de la ira de forma repentina y violenta
Παραδείγματα
Me gritó, explotando sin razón aparente.
Μου φώναξε, εκρήγνυται χωρίς φανερό λόγο.



























