Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explotar
01
εκμεταλλεύομαι
usar algo para obtener un beneficio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exploto
γ΄ ενικό πρόσωπο
explota
ενεστώτα μετοχή
explotando
απλός αόριστος
explotó
παθητική μετοχή
explotado
Παραδείγματα
Debemos explotar al máximo nuestro talento.
Πρέπει να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το ταλέντο μας.
02
εκμεταλλεύομαι
usar a una persona o situación de manera injusta para el propio beneficio
Παραδείγματα
Es ilegal explotar a los trabajadores.
Είναι παράνομο να εκμεταλλεύεσαι τους εργαζόμενους.
03
εκρήγνυμαι, χάνω την ψυχραιμία μου
perder el control de la ira de forma repentina y violenta
Παραδείγματα
Mi padre explotó cuando vio el desorden.
Ο πατέρας μου έσκασε όταν είδε το χάος.



























