Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La explotación
01
εκμετάλλευση
uso abusivo de recursos, trabajo o personas para obtener beneficio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La explotación excesiva del suelo lo empobrece.
Η υπερβολική εκμετάλλευση του εδάφους το εξαντλεί.



























