Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explicativo
01
επεξηγηματικός, διασαφηνιστικός
que sirve para explicar o aclarar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
explicativo
αρσενικό πληθυντικό
explicativos
θηλυκό ενικό
explicativa
θηλυκό πληθυντικό
explicativas
Παραδείγματα
El profesor usó ejemplos explicativos.
Ο δάσκαλος χρησιμοποίησε επεξηγηματικά παραδείγματα.



























