explicativo
explicativo

Ορισμός και σημασία του "explicativo"στα ισπανικά

explicativo
01

επεξηγηματικός, διασαφηνιστικός

que sirve para explicar o aclarar algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
explicativo
αρσενικό πληθυντικό
explicativos
θηλυκό ενικό
explicativa
θηλυκό πληθυντικό
explicativas
Παραδείγματα
Añadió un comentario explicativo. 

Πρόσθεσε ένα επεξηγηματικό σχόλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store