Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La exhibición
01
έκθεση, παρουσίαση
una presentación pública de un objeto, una habilidad o una obra de arte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exhibiciones
Παραδείγματα
La exhibición de fuegos artificiales fue espectacular.
Η έκθεση πυροτεχνημάτων ήταν θεαματική.



























