Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estético
01
αισθητικός, αισθητικός
relativo a la belleza o al sentido artístico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estético
αρσενικό πληθυντικό
estéticos
θηλυκό ενικό
estética
θηλυκό πληθυντικό
estéticas
Παραδείγματα
Buscan un equilibrio estético en sus obras de arte.
Αναζητούν μια αισθητική ισορροπία στα έργα τέχνης τους.



























