Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estupefacto
01
κατάπληκτος, έκθαμβος
sorprendido o impactado hasta el punto de quedarse sin palabras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estupefacto
συγκριτικός βαθμός
más estupefacto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estupefacto
αρσενικό πληθυντικό
estupefactos
θηλυκό ενικό
estupefacta
θηλυκό πληθυντικό
estupefactas
Παραδείγματα
Me quedé estupefacto al escuchar la verdad.
Έμεινα κατάπληκτος ακούγοντας την αλήθεια.



























