estupefacto
estupefacto

Ορισμός και σημασία του "estupefacto"στα ισπανικά

estupefacto
01

κατάπληκτος, έκθαμβος

sorprendido o impactado hasta el punto de quedarse sin palabras 
estupefacto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estupefacto
συγκριτικός βαθμός
más estupefacto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estupefacto
αρσενικό πληθυντικό
estupefactos
θηλυκό ενικό
estupefacta
θηλυκό πληθυντικό
estupefactas
θεματικό πεδίο
emoción, reacción, sorpresa
Παραδείγματα
Quedó estupefacto al ver el accidente. 

Έμεινε κατάπληκτος βλέποντας το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store