Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estupefaciente
01
ναρκωτικός, αναισθητικός
que causa adicción y altera el sistema nervioso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estupefaciente
συγκριτικός βαθμός
más estupefaciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estupefaciente
αρσενικό πληθυντικό
estupefacientes
θηλυκό ενικό
estupefaciente
θηλυκό πληθυντικό
estupefacientes
Παραδείγματα
La heroína es una droga estupefaciente muy peligrosa.
Η ηρωίνη είναι ένα πολύ επικίνδυνο ναρκωτικό φάρμακο.



























