estupefaciente

Ορισμός και σημασία του "estupefaciente"στα ισπανικά

estupefaciente
01

ναρκωτικός, αναισθητικός

que causa adicción y altera el sistema nervioso
example
Παραδείγματα
Algunos químicos estupefacientes se usan en medicina controlada.
Μερικές ναρκωτικές χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται σε ελεγχόμενη ιατρική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store