Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estruendoso
01
εκκωφαντικός, βροντερός
que produce un ruido muy fuerte y ensordecedor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estruendoso
συγκριτικός βαθμός
más estruendoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estruendoso
αρσενικό πληθυντικό
estruendosos
θηλυκό ενικό
estruendosa
θηλυκό πληθυντικό
estruendosas
Παραδείγματα
El rugido estruendoso del león llenó la selva.
Ο βροντερός βρυχηθμός του λιονταριού γέμισε τη ζούγκλα.



























