Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La estructura
[gender: feminine]
01
δομή, οργάνωση
la disposición y organización de las partes que forman un todo y le dan soporte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
estructuras
Παραδείγματα
El esqueleto es la estructura que sostiene el cuerpo.
Ο σκελετός είναι η δομή που υποστηρίζει το σώμα.



























