Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estridente
01
διαπεραστικός, οξύς
que produce un sonido fuerte, desagradable y molesto al oído
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estridente
συγκριτικός βαθμός
más estridente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estridente
αρσενικό πληθυντικό
estridentes
θηλυκό ενικό
estridente
θηλυκό πληθυντικό
estridentes
Παραδείγματα
La música estridente no me dejaba concentrar.
Η διαπεραστική μουσική δεν με άφηνε να συγκεντρωθώ.
02
φανταχτερός, επιδεικτικός
ue destaca de manera exagerada por ser demasiado llamativo o de mal gusto
Παραδείγματα
Llevaba un vestido de colores estridentes.
Φορούσε ένα φόρεμα με φανταχτερά χρώματα.



























