el estreñimiento
est
est
est
re
ɾe
re
ñim
ˈɲim
niim
ien
jen
yen
to
to
to
encantamientocompartimentoatrevimientodesplazamiento

Ορισμός και σημασία του "estreñimiento"στα ισπανικά

El estreñimiento
01

δυσκοιλιότητα, δυσκολία στην κένωση των εντέρων

una condición en la que es difícil evacuar los intestinos o se hace con menos frecuencia de lo normal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El estreñimiento es un problema digestivo muy común. 

Η δυσκοιλιότητα είναι ένα πολύ κοινό πρόβλημα πέψης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store