el estiércol
es
es
es
tiér
ˈtjeɾ
tyer
col
kol
kol

Ορισμός και σημασία του "estiércol"στα ισπανικά

01

κοπριά, λίπασμα από κοπριά

excremento de animales utilizado como abono para las plantas 
el estiércol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los agricultores usan estiércol para fertilizar la tierra. 

Οι αγρότες χρησιμοποιούν κοπριά για να λιπαίνουν τη γη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store