Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El espesor
01
πάχος
medida de la distancia entre dos superficies de un objeto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
espesores
Παραδείγματα
El espesor del hielo aumentó durante la noche.
Το πάχος του πάγου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας.



























