la especialización

Ορισμός και σημασία του "especialización"στα ισπανικά

La especialización
01

ειδίκευση

estudio o formación específica en un área concreta de una carrera o profesión
la especialización definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
especializaciones
Παραδείγματα
La especialización es opcional en algunos programas universitarios.
Η εξειδίκευση είναι προαιρετική σε ορισμένα πανεπιστημιακά προγράμματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store