Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escultórico
01
γλυπτικός
relativo a la escultura o con características propias de una escultura
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Su trabajo tiene un carácter escultórico abstracto.
Το έργο του έχει έναν αφηρημένο γλυπτικό χαρακτήρα.



























