Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escultor
01
γλύπτης
persona que crea figuras o esculturas tallando o modelando materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escultores
Παραδείγματα
El escultor trabaja con mármol y madera.
Ο γλύπτης εργάζεται με μάρμαρο και ξύλο.



























