escaso
es
es
es
ca
ˈka
ka
so
so
so
escaño

Ορισμός και σημασία του "escaso"στα ισπανικά

01

σπάνιος, ανεπαρκής

que existe en poca cantidad o es insuficiente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más escaso
συγκριτικός βαθμός
más escaso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escaso
αρσενικό πληθυντικό
escaos
θηλυκό ενικό
escasa
θηλυκό πληθυντικό
escasas
Παραδείγματα
La comida era escasa en la aldea. 

Το φαγητό ήταν λιγοστό στο χωριό.

02

ανεπαρκής, περιορισμένος

que ocurre o se presenta en cantidad mínima o limitada 
Παραδείγματα
Ganó escasos votos en la elección. 

Κέρδισε λίγες ψήφους στις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store