escasez
es
ˌes
es
ca
ka
ka
sez
ˈseθ
seth

Ορισμός και σημασία του "escasez"στα ισπανικά

La escasez
[gender: feminine]
01

έλλειψη, σπανιότητα

falta o insuficiencia de algo que se necesita
la escasez definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
En invierno, la escasez de luz solar afecta el ánimo.
Το χειμώνα, η έλλειψη του ηλιακού φωτός επηρεάζει τη διάθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store