Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La escasez
[gender: feminine]
01
έλλειψη, σπανιότητα
falta o insuficiencia de algo que se necesita
Παραδείγματα
En invierno, la escasez de luz solar afecta el ánimo.
Το χειμώνα, η έλλειψη του ηλιακού φωτός επηρεάζει τη διάθεση.



























