Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escalofrío
01
ρίγος, κοτσυφόπουλο
sensación repentina de frío que recorre el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escalofríos
Παραδείγματα
Un escalofrío recorrió su espalda.
Ένα ρίγος διαδόθηκε στην πλάτη του.



























