erudición
e
e
ε
ru
ɾu
ρου
di
ði
δι
ción
θjon
θγον
erupción

Ορισμός και σημασία του "erudición"στα ισπανικά

01

πολυμάθεια

conocimiento amplio y profundo adquirido mediante el estudio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su erudición en filosofía es impresionante. 

Η πολυμάθειά του στη φιλοσοφία είναι εντυπωσιακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store