erosión
erosión

Ορισμός και σημασία του "erosión"στα ισπανικά

01

διάβρωση

desgaste de la superficie de la tierra por agua, viento u otros agentes naturales 
erosión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La erosión del suelo afecta la agricultura. 

Η διάβρωση του εδάφους επηρεάζει τη γεωργία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store