Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enyesar
01
επιδέσω με γύψο, βάζω γύψο
inmovilizar una parte del cuerpo, generalmente una fractura ósea, con una venda endurecida de yeso
Παραδείγματα
El médico le enyesó el brazo roto.
Ο γιατρός έβαλε γύψο στο σπασμένο του χέρι.
02
επιχρίω, επιχρίω με γύψο
cubrir una pared o techo con una capa de yeso para alisarla o prepararla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
enyeso
γ΄ ενικό πρόσωπο
enyesa
ενεστώτα μετοχή
enyesando
απλός αόριστος
enyesó
παθητική μετοχή
enyesado
Παραδείγματα
El albañil está enyesando la pared nueva antes de pintarla.
Ο κτίστης επιχρίει τον νέο τοίχο πριν τον βάψει.



























