Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envidiar
01
ζηλεύω
sentir celos o deseo de lo que otra persona tiene
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
envidio
γ΄ ενικό πρόσωπο
envidia
ενεστώτα μετοχή
envidiando
απλός αόριστος
envidió
παθητική μετοχή
envidiado
Παραδείγματα
A menudo envidiaba la felicidad de las parejas que veía en la calle.
Συχνά ζήλευε την ευτυχία των ζευγαριών που έβλεπε στο δρόμο.



























