Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entidad
01
ουσία, οργάνωση
grupo u organización con personalidad jurídica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entidades
Παραδείγματα
Esta entidad financiera ofrece préstamos a bajo interés.
Αυτή η οντότητα προσφέρει δάνεια με χαμηλό επιτόκιο.
02
εταιρεία, εμπορικός οργανισμός
empresa u organización comercial
Παραδείγματα
La entidad tecnológica abrió nuevas oficinas.
Η τεχνολογική οντότητα άνοιξε νέα γραφεία.
03
ουσία, ύπαρξη
cualidad de existir o ser algo independiente
Παραδείγματα
Cada ser humano es una entidad única.
Κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική ουσία.



























