enterrado
enterrado
enterado

Ορισμός και σημασία του "enterrado"στα ισπανικά

01

θαμμένος, κατορωρυγμένος

cubierto con tierra o colocado bajo tierra 
enterrado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enterrado
συγκριτικός βαθμός
más enterrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enterrado
αρσενικό πληθυντικό
enterrados
θηλυκό ενικό
enterrada
θηλυκό πληθυντικό
enterradas
θεματικό πεδίο
objetos, geografía, arqueología
Παραδείγματα
El tesoro estaba enterrado en el jardín. 

Ο θησαυρός ήταν θαμμένος στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store