Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enterrado
01
θαμμένος, κατορωρυγμένος
cubierto con tierra o colocado bajo tierra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enterrado
συγκριτικός βαθμός
más enterrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enterrado
αρσενικό πληθυντικό
enterrados
θηλυκό ενικό
enterrada
θηλυκό πληθυντικό
enterradas
Παραδείγματα
El perro estaba enterrado entre la nieve después de la tormenta.
Ο σκύλος ήταν θαμμένος στο χιόνι μετά τη θύελλα.



























