Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Entereza
[gender: masculine]
01
ακεραιότητα
integridad moral y firmeza en el comportamiento ético
Παραδείγματα
Mostró entereza ante la corrupción.
Έδειξε ακεραιότητα μπροστά στη διαφθορά.
02
αυτοκυριαρχία, ψυχραιμία
firmeza y fortaleza de ánimo para afrontar situaciones difíciles
Παραδείγματα
Demostró entereza frente a la adversidad.
Επέδειξε σταθερότητα απέναντι στις αντιξοότητες.



























